Ηγησώ

0.00 

Εξαντλημένο

ΚΟΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Κρατούν ακόμα χώμα και τυφλά
Αρώματα που αιμορραγούν. Απορημένοι
Οι μίσχοι προς τον ουρανό. Θα βρέξει.


ΧΛΩΡΙΔΑ

"Ώ σπάνια, σπάνια πράσινα κορίτσια
Με φούστες κόκκινες και χρυσά δαχτυλίδια.
Μυρίζουν πράσινο σαπούνι και μελάνι.
Πρωί τα πάνε για περιτομή οι μαμάδες
Μέσα απ` αυτά τα σκονισμένα μονοπάτια"

Έλεγαν κλαίγοντας τα κυπαρίσσια.


ΔΥΟ

Χαμήλωσε τις μουσκεμένες βλεφαρίδες
Όπως ο ουρανός πριν απ` τη μπόρα.

Το χώμα μέσα μου έτρεμε ζεστό.


ΜΝΗΣΤΕΙΑ

Η ευχή της μάνας. Η αρθρίτις της.
Βγάζει στα σκοτεινά απ` το δάχτυλό της
Και μου φορά τον πατρικό μας σπόνδυλο.


ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Θέλησε να της κάμει δώρα. Αλλ` εκείνη
Εσκέπαζε με τα μεγάλα της φτερά
Το εφηβαίο.


ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ

Βρήκε τον θάνατο και την παραμυθία
Ο ήρως το ευλογημένο αγόρι
Που θα `φερνε τα λάφυρα των αρετών.
Μου γράφουν το φεγγάρι τον ταράζει
Μ` ένα στρόβιλο θαλασσινών αριθμών.
Και καθ` ομοίωση των ταπεινών λυπάται.
Έλα εσύ γυναίκα με τα στήθη
Κανάκεψέ το το εριφάκι του χάρου.

Εκδότης: Τυπογραφείο "Κείμενα"

ISBN_13:

Έτος: 1979

Συντελεστής: Χριστοδούλου, Δήμητρα Χ.

Σελίδες: 45